12 Βασικά σημεία για την Ασφαλιστική μεταρρύθμιση για τη νέα γενιά

  • Οδηγεί σε υψηλότερες επικουρικές συντάξεις για τους νέους ασφαλισμένους, όπως δείχνει η ευρωπαϊκή εμπειρία την οποία ακολουθούμε, με πλήρη διασφάλιση των υφιστάμενων συντάξεων.

  • Εισάγει τη λογική του «ατομικού κουμπαρά», δίνοντας στον νέο ασφαλισμένο περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερο έλεγχο στο τελικό ύψος της σύνταξής του.

  • Βοηθά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των νέων προς το ασφαλιστικό σύστημα συνδέοντάς τους με την σύνταξή τους και απαντώντας στην ανησυχία που εκφράζουν πολλοί νέοι ότι «δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη».

  • Δημιουργεί καινούρια κουλτούρα αποταμίευσης, με σημαντικά οφέλη για την εθνική οικονομία. Γιατί μέσα από το νέο σύστημα θα δημιουργηθεί και ένας εθνικός «κουμπαράς», οι πόροι του οποίου θα επενδυθούν στην εθνική οικονομία. Οι επενδύσεις σημαίνουν ανάπτυξη, νέες θέσεις εργασίας, αυξημένα έσοδα για το κράτος.

  • Ενισχύει τη βιωσιμότητα και την ευστάθεια του ασφαλιστικού συστήματος εισάγοντας ποικιλομορφία στους επιμέρους πυλώνες που οδηγεί σε περιορισμό του κινδύνου.

Γιατί το υφιστάμενο εξολοκλήρου διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (που σημαίνει με απλά λόγια ότι οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των σημερινών εργαζομένων χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων και τυχόν ελλείμματα καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό) λειτουργεί αποτελεσματικά όταν οι εργαζόμενοι είναι πολλοί και οι συνταξιούχοι λίγοι. Κάτι που συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά όχι πια. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και πολλές αναπτυγμένες χώρες, καθώς η υπογεννητικότητα αφενός και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αφετέρου υπονομεύουν την ομαλή λειτουργία των διανεμητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.

Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, όταν «χτιζόταν» το ασφαλιστικό μας σύστημα, η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους στην Ελλάδα ήταν 4 προς 1. Σήμερα είναι 1,7 προς 1. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2030 η Ελλάδα αναμένεται να είναι η πιο γερασμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεπερνώντας την Ιταλία.

Ειδικά όσον αφορά στην επικουρική ασφάλιση, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους από 2,6 που ήταν το 2020 θα υποχωρήσει στο 1,7 το 2050. Δηλαδή το 2050 1,9 εκατομμύρια συνταξιούχοι θα μοιράζονται τις εισφορές 3,2 εκατομμυρίων ασφαλισμένων. Ως αποτέλεσμα, προβλέπεται ότι η μέση επικουρική σύνταξη θα μειωθεί από 16% του μέσου μισθού που είναι σήμερα σε λιγότερο από 10% το 2050.

Προσαρμόζουμε το συνταξιοδοτικό σύστημα για να αντιμετωπίσουμε τις δημογραφικές τάσεις διασφαλίζοντας την επάρκεια των συντάξεωνΓια να μην βρεθούν οι νέοι εργαζόμενοι να εισπράττουν χαμηλές επικουρικές συντάξεις, αλλάζουμε την αρχιτεκτονική του συστήματος της επικουρικής ασφάλισης, με τη σταδιακή μετατροπή του από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό.

Ο απώτερος σκοπός είναι η δημιουργία κεφαλαιοποιητικής συμπληρωματικής ασφάλισης διακριτής από την κύρια που είναι και θα παραμείνει διανεμητική, ώστε ένα τμήμα των εισοδημάτων των συνταξιούχων να προέρχεται από το διανεμητικό σύστημα (κύρια ασφάλιση) και ένα τμήμα (επικουρική ασφάλιση) από το κεφαλαιοποιητικό σύστημα,

Βασικό χαρακτηριστικό του νέου συστήματος είναι ότι δημιουργούνται ατομικοί λογαριασμοί («κουμπαράδες») από τους οποίους θα καταβληθούν οι μελλοντικές συντάξεις των νέων εργαζομένων. Αντί δηλαδή οι εισφορές των νέων να χρησιμοποιούνται για την πληρωμή της επικουρικής σύνταξης των σημερινών συνταξιούχων, θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται, δημιουργώντας ένα αποθεματικό, από το οποίο θα πληρωθούν οι μελλοντικές τους συντάξεις. Οι εισφορές που πληρώνει ο κάθε νέος εργαζόμενος θα πηγαίνουν στη δική του σύνταξη, η οποία θα υπολογίζεται στη βάση του σωρευμένου ποσού εισφορών και αποδόσεων.

Το νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης θα είναι υποχρεωτικό για το σύνολο των μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας από 1η Ιανουαρίου 2022 και είναι υπόχρεοι επικουρικής ασφάλισης. Πρόκειται για τους μισθωτούς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, τους δικηγόρους και τους μηχανικούς.

Προαιρετικά, αν δηλαδή το επιθυμούν, μπορούν να ενταχθούν σε αυτό ασφαλισμένοι κάτω των 35 ετών οι οποίοι είτε δεν έχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση (π.χ. ένας λογιστής), είτε είναι ήδη ασφαλισμένοι στο υφιστάμενο σύστημα. Το ύψος των εισφορών για το νέο επικουρικό σύστημα παραμένει ως έχει

Για κάθε νέο ασφαλισμένο θα δημιουργηθεί ατομικός λογαριασμός, στον οποίο θα κατευθύνονται οι εργοδοτικές και εργατικές εισφορές για επικουρική ασφάλιση που έχουν καταβληθεί από τον εργοδότη για τον μισθωτό ή από τον ίδιο τον εργαζόμενο -εφόσον πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο- καθώς και οι αποδόσεις των επενδύσεων που αντιστοιχούν στις εισφορές του.

Η διαχείριση των ατομικών αυτών λογαριασμών -των ατομικών «κουμπαράδων»- θα γίνεται μέσω ενός νέου δημοσίου φορέα, ενός νέου Ταμείου που θα διοικείται από πιστοποιημένους επαγγελματίες.

Ο ασφαλισμένος θα μπορεί να επιλέξει από έναν μικρό αριθμό επενδυτικών «προφίλ» (συντηρητικό, ισορροπημένο, επιθετικό) όπου θα επενδυθούν τα κεφάλαια του «ασφαλιστικού κουμπαρά» του. Θα έχει τη δυνατότητα ανά τακτά χρονικά διαστήματα (5ετία) να αλλάζει προφίλ και θα έχει τον πλήρη έλεγχο των εισφορών του και των αποδόσεών τους μέσω πρόσβασης από το κινητό ή/και τον υπολογιστή του ανά πάσα στιγμή, όπως συμβαίνει και με το e-banking. Δηλαδή, θα βλέπει τις εισφορές και τις αποδόσεις των εισφορών του να σωρεύονται στον ατομικό κουμπαρά και να «χτίζεται» το κεφάλαιο που θα χρηματοδοτήσει την επικουρική του σύνταξη.

Το Ταμείο που θα διαχειρίζεται τις εισφορές, που θα ονομάζεται ΤΕΚΑ (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης) θα είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Το ΤΕΚΑ θα υπόκειται σε ισχυρή κρατική εποπτεία και θα επενδύει με αυστηρά και διαφανή κριτήρια. Θα στελεχωθεί κατάλληλα και θα έχει τη δυνατότητα να κάνει outsourcing μέρος της δραστηριότητάς του κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το ΤΕΚΑ θα μπορεί να συμβληθεί με εγνωσμένου κύρους ιδιωτικούς φορείς διαχείρισης κεφαλαίων -όπως ακριβώς συμβαίνει και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για την πρώτη πενταετία, προβλέπεται ρητά στο νόμο ότι οι επενδύσεις θα γίνονται από την ΕΔΕΚΤ ΑΕΠΕΥ (Εταιρεία Διαχείρισης Επενδυτικών Κεφαλαίων Ταμείων) η οποία έχει δώσει διαπιστευτήρια υψηλών αποδόσεων για τα κεφάλαια που διαχειρίζεται.

Όταν ο ασφαλισμένος συνταξιοδοτηθεί θα λαμβάνει επικουρική σύνταξη βασισμένη στο ποσό των εισφορών του και στην απόδοση των επενδύσεων του. Θα προβλέπεται κρατική εγγύηση ότι η καταβαλλόμενη σύνταξη θα αντιστοιχεί τουλάχιστον στις ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί- συν τον πληθωρισμό.

Οι εισφορές στο νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης παραμένουν ίδιες με σήμερα.

Δηλαδή 6,5% μέχρι τα μέσα του 2022 και από 1η Ιουλίου 2022:

α) 6% για τους μισθωτούς (3% για τον εργοδότη και 3 που παρακρατούνται από τον μικτό μισθό του εργαζόμενου)

β) για τους μη μισθωτούς με ή χωρίς υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση, οι εισφορές θα ακολουθούν το ισχύον σύστημα καθορισμού εισφορών

Οι εισφορές των ασφαλισμένων θα επενδυθούν με τον βέλτιστο τρόπο προς όφελος των ασφαλισμένων με στόχο υψηλότερες συντάξεις για όλους. Ένας βασικός κανόνας των επενδύσεων είναι πως η ανάληψη ρίσκου ανταμείβεται με υψηλότερες αποδόσεις. Ένας άλλος βασικός κανόνας είναι πως όταν οι επενδύσεις έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα ο κίνδυνος και οι βραχυπρόθεσμες υψηλές διακυμάνσεις που συνοδεύουν τις επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου περιορίζονται και τελικά αυτό που μένει είναι οι υψηλότερες αποδόσεις. Η αποταμίευση/επένδυση μέσω συνταξιοδοτικών προγραμμάτων είναι η κατεξοχήν επένδυση με μακροχρόνιο ορίζοντα.

Αν ανατρέξει κανείς στα σχετικά στατιστικά του ΟΟΣΑ θα διαπιστώσει πως σε όλες τις χώρες μέλη του Οργανισμού τα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά Ταμεία, την τελευταία 15ετία (2003-2018) πέτυχαν θετικές (και σχετικά υψηλές) μέσες ετήσιες αποδόσεις παρά το γεγονός ότι όλα τα συνταξιοδοτικά ταμεία αναλαμβάνουν μετοχικό κίνδυνο (μετοχικές επενδύσεις)

Όπως προαναφέρθηκε, οι εισφορές κάθε ασφαλισμένου θα σωρεύονται στον προσωπικό του λογαριασμό και στη συνέχεια θα επενδύονται με στόχο την αύξηση της απονεμόμενης σύνταξης. Για το σκοπό αυτό θα δημιουργηθεί ένας περιορισμένος αριθμός προσεκτικά σχεδιασμένων επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Ένα από αυτά τα χαρτοφυλάκια θα έχει τον χαρακτήρα του “προεπιλεγμένου”. Σε αυτό θα κατευθύνονται αυτόματα τα κεφάλαια όσων ασφαλισμένων δεν επιθυμούν να επιλέξουν κάποιο συγκεκριμένο ασφαλιστικό-επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Αυτό θα είναι το πιο ισορροπημένο για τον μέσο ασφαλισμένο ενώ τα υπόλοιπα θα έχουν μια λιγότερο ή περισσότερο συντηρητική στρατηγική. Σε κάθε περίπτωση τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια θα είναι κατάλληλα σχεδιασμένα ώστε να προστατεύουν τις εισφορές που έχουν καταβάλλει οι ασφαλισμένοι.

Επιπλέον όλα τους θα έχουν δομή “κύκλου ζωής”. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το ρίσκο που αναλαμβάνει ένας ασφαλισμένος στο χαρτοφυλάκιο του θα είναι προσαρμοσμένο στην ηλικία του. Υψηλότερο ρίσκο όταν είναι νέος και οι επενδύσεις του έχουν πολύ μεγάλο χρονικό ορίζοντα και χαμηλότερο ρίσκο όταν εκείνος πλησιάζει την ηλικία συνταξιοδότησης και ο ορίζοντας είναι μικρότερος.

Η επικουρική σύνταξη του κάθε ασφαλισμένου στο νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης θα προκύπτει από τις καταβληθείσες εισφορές του και από το ποσό της απόδοσης των επενδύσεων.

Από τις μελέτες και τις προβολές που έχον γίνει προκύπτει ότι το νέο σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερες επικουρικές συντάξεις σε σχέση με το υφιστάμενο.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ενώ αυτή τη στιγμή το ύψος της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης για μέσο ετήσιο μισθό 14.000 ευρώ ευρώ και 40 έτη ασφάλισης ανέρχεται σε 235 ευρώ, με το νέο σύστημα η επικουρική σύνταξη μπορεί να φτάσει στα 326 ευρώ με βάση την επαγγελματική διαχείριση των κεφαλαίων του ΕΦΚΑ και στα 479 ευρώ με βάση τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ που έχουν τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα με τις υψηλότερες αποδόσεις.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, η μηνιαία επικουρική σύνταξη εργαζόμενου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό (650 ευρώ) και διαθέτει 40 χρόνια ασφάλισης διαμορφώνεται με το υφιστάμενο σύστημα στα 153 ευρώ. Με το νέο κεφαλαιοποητικό σύστημα η σύνταξη μπορεί να ανέλθει στα 219 ευρώ, να αυξηθεί δηλαδή κατά 43%, με αποδόσεις ίσες με τον μέσο όρο των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ. Μπορεί δε να αυξηθεί ακόμα περισσότερο, στα 257 ευρώ (+68% σε σχέση με το υφιστάμενο σύστημα) εάν επιτευχθούν αποδόσεις ίσες με τη μέση ετήσια απόδοση των αποθεματικών του ΕΦΚΑ που διαχειρίζεται το Μικτό Αμοιβαίο Κεφαλαίο της ΑΕΔΑΚ Ασφαλιστικών Οργανισμών.

Για εργαζόμενο ιδιωτικού τομέα με μισθό 1500 ευρώ και 40 έτη ασφάλιση, η επικουρική του σύνταξη με το ισχύον σύστημα διαμορφώνεται στα 353 ευρώ/μήνα. Με το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα (υποθέτοντας αποδόσεις ίσες με τον μέσο όρο των αποδόσεων των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ) η μηνιαία επικουρική ανέρχεται στα 505 ευρώ. Και αυξάνεται ακόμα περισσότερο στα 594 ευρώ αν επιτευχθούν αποδόσεις ίσες με τη μέση ετήσια απόδοση των αποθεματικών του ΕΦΚΑ που διαχειρίζεται το Μικτό Α/Κ της ΑΕΔΑΚ Ασφαλιστικών Οργανισμών.

Έχει τεθεί το ερώτημα εάν υπάρχει περίπτωση να χάσουν τα χρήματά τους οι ασφαλισμένοι αν κάτι δεν πάει καλά με τις επενδύσεις. Η απάντηση είναι κατηγορηματικά όχι. Στο νομοσχέδιο υπάρχει ρητή πρόβλεψη για εγγύηση του Δημοσίου περί μη αρνητικής απόδοσης. Αυτό σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος θα λάβει κατ’ ελάχιστον επικουρική σύνταξη υπολογισμένη στη βάση των εισφορών που κατέβαλε, σε πραγματικούς όρους (λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό).

Με άλλα λόγια, κανείς δεν θα πάρει επικουρική σύνταξη χαμηλότερη από αυτή που αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη την εμπειρία χωρών όπου κεφαλαιοποιητικά ασφαλιστικά συστήματα λειτουργούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, είναι μάλλον απίθανο να χρειαστεί η ενεργοποίηση της συγκεκριμένης εγγύησης.

Ένα καλό παράδειγμα είναι η Σουηδία, όπου από το 1995, εδώ δηλαδή και 25 χρόνια, λειτουργούν δυο παράλληλα συστήματα δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης. Το ένα, που παρέχει τις κύριες συντάξεις είναι διανεμητικού χαρακτήρα και, μάλιστα, «νοητής κεφαλαιοποίησης», ακριβώς όπως το σημερινό σύστημα επικουρικών συντάξεων. Το δεύτερο –που αφορά στην επαγγελματική ασφάλιση- είναι κεφαλαιοποιητικό, σαν αυτό που σχεδιάζεται με τη μεταρρύθμιση. Για την περίοδο 1995-2019 η μέση ετήσια απόδοση για την διανεμητική ασφάλιση ήταν σε πραγματικούς όρους 1,7% το χρόνο, ενώ για την κεφαλαιοποιητική 4,2%. Αν το δει κανείς διαφορετικά, σε αυτή την περίοδο, το κεφάλαιο του διανεμητικού συστήματος αυξήθηκε κατά 52% ενώ αυτό του κεφαλαιοποιητικού κατά 180%.

Η εισαγωγή κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στο ασφαλιστικό σύστημα (όπως είναι η πιο επιστημονική ονομασία του «ατομικού κουμπαρά») δεν αποτελεί ελληνική πατέντα. Η Ελλάδα προχωρά με καθυστέρηση στον δρόμο που έχουν ακολουθήσει ήδη πολλές ανεπτυγμένες χώρες προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις παρενέργειες της γήρανσης του πληθυσμού τους. Είναι ενδεικτικό ότι στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ πάνω από το 50% του εργατικού δυναμικού καλύπτεται συμπληρωματικά από κάποιο κεφαλαιοποιητικό πρόγραμμα ασφάλισης, ενώ σε χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ολλανδία, η Δανία, το ποσοστό των εργαζομένων που καλύπτονται από κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά προγράμματα υπερβαίνει το 80%

Οι επικουρικές συντάξεις του υφιστάμενου συστήματος δεν θα θιγούν από τη μεταρρύθμιση και για αυτό θα υπάρχουν επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό προς το «παλιό» ταμείο επικουρικής ασφάλισης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έχουν γίνει, η πραγματική μέση ετήσια επιβάρυνση του προϋπολογισμού από την μεταρρύθμιση (καθαρό ετήσιο κόστος μετάβασης) για τη περίοδο αναφοράς (2022-2070) θα περιοριστεί στα 120 εκατ. ευρώ (ή σωρευτικά 6 δισ .ευρώ). Ποσό απόλυτα διαχειρίσιμο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός ενισχύει το συνταξιοδοτικό σύστημα με 15 δις. ευρώ σε ετήσια βάση.

Ο λόγος που το λεγόμενο «κόστος μετάβασης» είναι διαχειρίσιμο είναι ότι οι απώλειες εσόδων του «παλιού» ταμείου επικουρικής ασφάλισης λόγω της μεταρρύθμισης θα αντισταθμιστούν από τα πρόσθετα δημοσιονομικά έσοδα που θα προκύψουν χάρη στη μεταρρύθμιση. Γιατί οι πόροι του νέου Ταμείου θα διοχετευθούν σε νέες επενδύσεις στην ελληνική οικονομία προκαλώντας άνοδο της παραγωγικότητας, υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, νέες θέσεις εργασίας που θα «φέρουν» υψηλότερα φορολογικά έσοδα και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Επομένως, αυτό το «μέρισμα ανάπτυξης» αντισταθμίζει το ακαθάριστο κόστος μετάβασης αφήνοντας πολύ μικρά κενά που μπορούν εύκολα να απορροφηθούν από τον προϋπολογισμό.

Από τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση δεν επηρεάζεται ούτε η καταβολή ούτε το ύψος των επικουρικών συντάξεων του υφιστάμενου συστήματος.

Θα αναγράφεται ρητά στο νόμο πως οι καταβαλλόμενες από το «παλιό» Επικουρικό Ταμείο συντάξεις δεν θα θιγούν από τη μεταρρύθμιση. Επειδή μετά την έναρξη εφαρμογής του νέου συστήματος (1/1/2022) θα αρχίσουν να μειώνονται τα έσοδα του υφιστάμενου συστήματος (αφού δεν θα τροφοδοτείται πλέον με τις εισφορές των νέων ασφαλισμένων που θα πηγαίνουν όπως προαναφέρθηκε στους «κουμπαράδες» τους), θα υπάρχουν σταδιακά αυξανόμενες επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό προς το παλιό επικουρικό ταμείο. Όμως, ό,τι δίνει ο προϋπολογισμός από τη μια «τσέπη» στο υφιστάμενο σύστημα, θα το εισπράττει εμμέσως από την «άλλη» τσέπη, στο μέτρο που σημαντικό τμήμα των πόρων του νέου Ταμείου θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία.

Οι υφιστάμενες συντάξεις και οι συντάξεις των ασφαλισμένων που θα συνταξιοδοτηθούν με το ισχύον σύστημα θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται με βάση τους υφιστάμενους κανόνες και δεν πρόκειται να θιγούν.

Οι νέοι ως 35 ετών που εργάζονται ήδη και είναι ασφαλισμένοι στο υφιστάμενο (πρώην ΕΤΕΑΕΠ) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και θα αποφασίσουν να μεταπηδήσουν στο νέο Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) θα λάβουν κατά τη συνταξιοδότηση τους δύο επικουρικές συντάξεις, δηλαδή σύνταξη και από τα δύο Ταμεία ανάλογα με τον χρόνο ασφάλισης, τις εισφορές και τους κανόνες που ισχύουν στο κάθε Ταμείο.

Ο χρόνος ασφάλισης στο παλαιό και το νέο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης θα αθροίζεται, προκειμένου ο ασφαλισμένος να θεμελιώσει δικαίωμα επικουρικής (15ετία).

Έτσι, ένας 30χρονος με 5 έτη ασφάλισης στο υφιστάμενο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης που μετακινείται στο ΤΕΚΑ, μετά από 10 έτη ασφάλισης στο ΤΕΚΑ θα έχει αθροιστικά 15 έτη ασφάλισης στα δύο Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης και θα θεμελιώνει δικαίωμα (15ετία) για σύνταξη και στο παλαιό και στο νέο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης.

Ο 30χρονος του παραδείγματος κατά τη συνταξιοδότησή του (π.χ. στα 67 έτη) θα λάβει δύο συντάξεις:

Α) Σύνταξη από το υφιστάμενο (πρώην ΕΤΕΑΕΠ) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης όπως αναλογεί στα 5 έτη ασφάλισης και στις εισφορές που κατέβαλλε στο υφιστάμενο Ταμείο επικουρικής ασφάλισης νοητής κεφαλαιοποίησης (πρώην ΕΤΕΑΕΠ).

Β) Σύνταξη από το ΤΕΚΑ ανάλογη των κεφαλαίων που σωρεύτηκαν στον ατομικό λογαριασμό του στα 37 έτη ασφάλισης στο ΤΕΚΑ.

Μετάβαση στο περιεχόμενο